Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Να τα δέχεστε και να τα υπομένετε όλα σαν σταυρό(Άγιος Λουκάς Κριμαίας)


Υπάρχουν διάφοροι σταυροί. Υπάρχουν σταυροί, που έχουν εξαιρετικά μεγάλο βάρος, όπως οι σταυροί των Αγίων μαρτύρων, των Οσίων και των μεγάλων
Ιεραρχών. Τέτοιοι σταυροί προορίζονται από τον Θεό για τους λίγους και εκλεκτούς Του, για τους οποίους γνωρίζει ότι είναι αρκετά ισχυροί και μπορούν να σηκώσουν και τον πιο βαρύ σταυρό.
Για μας όμως, τους αδύναμους Χριστιανούς, που δίνουμε λίγη προσοχή στην πνευματική ζωή και είμαστε γεμάτοι πάθη και επιθυμίες της σάρκας, ο Θεός προετοίμασε πολύ πιο ελαφρούς σταυρούς. 
Μας στέλνει στην οδό της ζωής μας παρά πολλές θλίψεις και μας δίνει την εντολή να υπομένουμε ταπεινά τις συκοφαντίες, τις προσβολές και τις ύβρεις από τους ανθρώπους.
Να υπομένουμε, λοιπόν, τις θλίψεις που μπορεί να προκύψουν από την αποτυχημένη οικογενειακή ζωή ή από έναν αταίριαστο γάμο. Να υπομένουμε τη ζηλοτυπία στο γάμο. Μας δίνει την εντολή να υπομένουμε τις προσβολές και να μην αποδίδουμε προσβολή αντί προσβολής, να δείχνουμε εδώ υπομονή, επειδή αυτός είναι ο σταυρός μας.


Να τα δέχεστε και να τα υπομένετε όλα σαν σταυρό. Να σηκώσουμε τον σταυρό σημαίνει ήρεμα και με ευχαριστία να υπομένουμε όλα αυτά που μας στέλνει ο Θεός, τον πόνο και τις θλίψεις, τις ασθένειες και τις αδικίες.


Αυτό σημαίνει να βαδίζουμε αγόγγυστα την θλιμμένη οδό, με τη στενή πύλη, που οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών. Σ’ αυτήν ακριβώς την οδό, πρέπει να ακολουθήσουμε τον Χριστό μας. Πρέπει να θυσιάσουμε τα πάθη, τις επιθυμίες και τα θελήματά μας στον Θεό και στους ανθρώπους. Και όπως ο Κύριος ανέβηκε στον φοβερό Σταυρό του Γολγοθά, έτσι και εμείς όταν σηκώνουμε τον σταυρό μας, πρέπει να θυμόμαστε ότι ακολουθούμε την οδό της διακονίας του Θεού και των ανθρώπων και αυτή η οδός είναι η μόνη, που μας οδηγεί μέσω του Γολγοθά στην Ανάσταση.
Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας.

Ο πόλεμος των λογισμών


Συμβούλευε λοιπόν,Πνευματικέ,σε εκείνους που δεν έχουν την δύναμη να αντισταθούν στους κακούς λογισμούς,αλλά φοβούνται ακόμα τον νοητό καί αόρατο πόλεμο των λογισμών,καί διαμόνων,καί παθών,να σιωπάσουν όταν τους έρχονται οι εμπαθής λογισμοί,καί να μην αντιλέγουν σε αυτούς με τον καλούμενο αντιρηττικό τρόπο αλλά να καταφεύγουν μόνο στον Θεό νοέρα με την προσευχή, επικαλούμενοι μόνο εκείνου τη βοήθεια.

 Διότι καί ο θείος Μάξιμος ο εν Κεφ. τριακοστώ της α' εκατόν. των Θεολογικών,τούτο τους συμβουλεύει να κάμουν,λέγοντας:
" Τους εστί δειλιώντας τα προς τα πάθη πόλεμον,καί φοβουμένους τη των αοράτων εχθρών επιδρομήν,δεί σιωπάν,τουτέστι τον υπέρ αρετής αντιρρητίκον μη μεταχειρίζεσθαι τρόπον,αλλά παραχωρίν Θεώ δι'ευχής την υπέρ αυτών μέριμναν".
Προς την Έξοδο λέγεται:" Κύριος πολεμήσει υπέρ υμών,καί υμείς σιγήσετε"(ιδ' 14). 
Να καταφεύγουμε στον Θεό δια της προσευχής,όχι μονο δια του λόγου του προφορικού,αλλά ακόμη περισσότερο δια της προσευχής της νοεράς,μιλώντας με την καρδιά,με της καρδιάς ενδιάθετο λόγο,αυτή δε είναι το να σωπάσουν μεν τον ενδιάθετο καί εσωτερικό λόγο της καρδιάς από κάθε άλλο λογισμό οι υπό δαιμονικών λογισμών πολεμούμενοι,να δώσουν σε αυτό να μελετά καί να λέει την σύντομη αυτήν καί μονολόγιστη καλούμενη Ευχή:"Κύριε Ιήσου Χριστέ Υιέ του Θεού,Ελέησον με"

 Ο καθένας να μελετά την ευχή αυτή,ο δε νούς να καταβιβάζει την νοερά ενέργεια του μέσα στον καρδιά του,καί να προσέχει νοερά με όλη την δύναμη του παρά του ενδιάθετου λόγου στα λεγόμενα ρήματα της προσευχής,χωρίς να φαντάζεται κανένα άλλο νοητό,αισθητό,καθώς όλοι κοινώς οι θείοι Πατέρες παλαιοί καί νέοι αυτό μας διδάσκουν.
   Αυτή η νοερά προσευχή,είναι το μόνο δυνατό,το μόνο βοηθητικό,καί το μόνο νικητήριο άρμα στον νοερό πόλεμο των λογισμών,καί προ πάντως,νοερός είναι ο πόλεμος,νοερά χρειάζονται άρματα για να νικηθεί.
Καί κοίτα πως όλα τα αίτια των κακών λογισμών ιατρεύει η μονολόγιστος αυτά προσευχή.: 
α) γιατί συνηθίζοντας να επιστρέφει στον εαυτό του ο νούς,καί νοερός να συνομιλεί με τον Θεό δια της προσευχής,ούτε αυτά τα αισθητά αγαπά να βλέπει,αλλα καί ούτε τις αισθήσεις του να κινεί,κατ'εκείνο το γνωμικό"ολίγα κινούση την αίσθησιν,η πλείστα την διανοιά χρώμενοι".
 β) Διότι ο ενδιάθετος λόγος της καρδιάς μελετά πάντοτε καί λέγει την ευχή του "Κύριε Ιησού Χριστέ",πάυει από το να γίνεται όργανο των πνευμάτων της πονηρίας,καί να έχει άλλους ασχρούς λογισμούς, βλάσφημους καί πονηρούς,καί αυτό γιατί η φαντασία είναι η γέφυρα των δαιμόνων,γιατι σμίγουν με την ψυχή,κατά τους Θείους Πατέρες,αυτή,λέγω,καθαρίζεται από κάθε είδωλο εμπαθές,με το να κατεβαίνει στην καρδιά η ενέργεια του νού,γυμνή καί καθαρή από κάθε σχήμα καί είδος φαντασίας,καί με την στενότητα αύτη της καρδιάς τόπου διϋλίζεται αυτή,καί με αυτόν τον τρόπο εκδύνεται,καθώς καί ο όφις από στενούς τόπους διερχόμενος εκδύνεται το παλαιό του δέρμα.
 γ) Διότι η θερμή που γίνεται μέσα από την καρδιά μας συχνή μελέτη της ιεράς προσευχής,διώχνει καί κατακαίει σαν μύγες τις προσβολές των πονηρών λογισμών,κατά τον εν Θεσσαλονίκης Μέγα Γρηγόριον,διαλύει σαν σύννεφα καί καπνό τα πάθη του λογισμικού μέρους της ψυχής,καί το λαμπρό αυτό και φωτεινό αυτό απεργάζεται,γλυκαίνει καί ειρηνεύει του θυμικού τα πάθη,σκορπίζει τα πάθη του επιθυμητικού,καί  όλη αυτήν την αγαπημένη δύναμη τραβάει για τον εαυτό της,καί στην αγάπη του μελετημένου Ιησού Χριστού. 
δ) Γιατί αυτό το γλυκή καί πράγμα καί όνομα του Ιησού μέσα στην καρδιά παντώς μελετούμενου μαστίζει,πληγώνει,καί διώχνει απο την καρδιά τους δαίμονες,τους αρχηγούς καί δημιουργούς ολών των κακών λογισμών και παθών της ψυχης. Γι αυτό είπε ο θείος Ιωάννης της Κλίμακος"Ιησού ονομάτι μαστίζε πολεμίους".
 Καί ε) Γιατί η πολυποίκιλη μνήμη των κακών λογισμών,η εκ της παρακοής του Αδάμ προξενήθηκε,απλή γίνεται καί θεραπεύεται μόνο με την συνεχώς μνήμη του Ιησού Χριστού,κατά τον Σιναϊτη Γρηγόριο λέγοντας:" Ιάται την μνήμην κυρίων η θεία παγιωθείσα έμμονος  διά προσευχής μνήμη,από του κατά φύσιν εις το υπέρ φύσην ανακραθείσα το πνεύματι"(Κεφ. ξα')

 Τι να πολυλογώ; Το γλυκύτατο όνομα του Ιησού συνεχώς,καί κατανυκτικώς,καί με πόθο καί με πίστη μέσα από τα βάθη της καρδιάς μας να τον μελετούμε,αποκοιμίζει όλους τους κακούς λογισμούς,ξυπνάει όλους τους αγαθούς και πνευματικούς λογισμούς, καί πρότερο:
"Εξήρχοντο εκ της καρδίας διαλογισμοί πονηροί,φόνοι,μοιχείαι,πορνείαι,κλοπαί,ψευδομαρτυρίαι,βλασφημίαι,καθώς είπεν ο Κύριος"(Ματ. ιε,19),
μετά από όλα αυτά εξέρχονται οι αγαθοί λογισμοί,πνευματίκα νοήματα,λόγοι σοφίας,κρίσεις,ανακρίσεις,καί διακρίσεις καθώς είναι γραμμένο στις Παροιμίες:" Λογισμοί δικαίων κρίματα"(Παρ. ιβ΄5). 
Έτσι δίδασκε,συμβούλευε,καί παρακινεί τους μετανοούντας,καί όλους τους Χριστιανούς,Πνευματικέ,για να μελετούν παντοτινά μέσα στην καρδιά τους το όνομα του Ιησού Χριστού,με την προσευχή,επειγή η νοερά αυτή καί αδιάλειπτος μέσα απο την καρδιά προσευχή,δεν δώθηκε μόνο στους Καλογήρους καί Μοναχούς,αλλά και σε όλους τους απλούς τους εν τω κόσμω Χριστιανούς.

  Όπως μάλιστα ο Απόστολος των Εθνών Παύλος προστάζει στους κοσμίκους,καί τους λέγει πάντοτε να προσεύχεστε:" Αδιαλείπτως προσεύχεσθε"(α' Θεσσαλ. ε' 17). Γιατί είναι δυνατόν σε αυτούς παντοτεινά να προσεύχονται,καί 'οταν δουλεύουν,καί όταν τρώγουν καί πίνουν,καί όταν είναι στο σπίτι τους, καί όταν βρίσκονται έξω,καί όταν κάθονται,καί όταν περπατούν μόνον εάν θέλουν να αφήσουν την πολυλογία τους καί μαζεύσουν τον νού τους στην καρδιά τους.

" Όλη μου η ευτυχία ή η δυστυχία εξαρτάται από τους λογισμούς μου και από τις διαθέσεις της καρδιάς μου''


" Όλη μου η ευτυχία ή η δυστυχία εξαρτάται από τους λογισμούς μου και από τις διαθέσεις της καρδιάς μου''. 

Αν οι λογισμοί κι οι διαθέσεις μου είναι σύμφωνα με την αλήθεια του Θεού, με το θέλημά Του, τότε είμαι αναπαυμένος, γεμάτος θείο φως, χαρά κι ευλογία. 
Αν όχι, τότε είμαι ανήσυχος, γεμάτος με πνευματικό και ψυχοφθόρο σκότος, νιώθω να με βαραίνει η απόγνωση. Αν μεταβάλλω τελείως τους απατηλούς κι ακάθαρτους λογισμούς και τις διαθέσεις της καρδιάς μου και τους κάνω αληθινούς και θεάρεστους, τότε αποκτώ πάλι ανάπαυση κι ευλογία.

Ο πλησίον μου είναι μια ύπαρξη με ίσα δικαιώματα μαζί μου. Είναι ένας άνθρωπος σαν και μένα, πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού. Κι αφού είναι σαν και μένα, πρέπει να τον αγαπώ όπως αγαπώ και τον εαυτό μου. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ΄ 39). Πρέπει να τον φροντίζω και να τον προσέχω όπως προσέχω τη σάρκα και το αίμα μου, να του φέρομαι στοργικά, ευγενικά, καλοσυνάτα, να του συγχωρώ τις αστοχίες όπως θα συγχωρούσα και τις δικές μου, όπως θα ‘θελα να συγχωρήσουν κι οι άλλοι τα σφάλματά μου και να μου φέρονται με συγκατάβαση. Δηλαδή, όπως θα ‘θελα οι άλλοι άνθρωποι να μην παρατηρούν τα λάθη μου, σαν να μην υπάρχουν, ή να τα αγνοούν με ευγένεια, με καλοσύνη και μεγαλοψυχία, το ίδιο πρέπει να κάνω κι εγώ στον αδελφό μου.

Ο σαρκικός άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει την ευλογία και την πνευματική ευφροσύνη που απολαμβάνουμε με την προσευχή και την άσκηση της αρετής. Ούτε στο ελάχιστο δεν μπορεί να κατανοήσει τι ευλογία και ποια μακαριότητα μάς περιμένει στον άλλο κόσμο. Δε γνωρίζει τίποτα υψηλότερο από την επίγεια σαρκική χαρά. Τις μέλλουσες ευλογίες τις λογαριάζει φαντασίες. Ο πνευματικός άνθρωπος όμως γνωρίζει εμπειρικά την ευλογία που νιώθει η ενάρετη ψυχή, γιατί η καρδιά του προγεύεται από τώρα τη μέλλουσα μακαριότητα.

Όσο περισσότερο προοδεύει στην πνευματική ζωή ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο πνευματοποιείται. Αρχίζει σιγά σιγά να βλέπει παντού το Θεό, την ύπαρξη της δύναμής Του σε όλα τα πράγματα. Βλέπει παντού και πάντα τον εαυτό του να κατοικεί στο Θεό, να εξαρτάται απ’ Αυτόν ακόμα και στα πιο παραμικρά πράγματα. 
 Αντίθετα, όσο περισσότερο ο άνθρωπος είναι δοσμένος στο σαρκικό τρόπο ζωής, τόσο περισσότερο σαρκικός γίνεται. Δε βλέπει παντού το Θεό. Δεν Τον βλέπει ούτε και στα πιο θαυμαστά επιτεύγματα της θείας Του δύναμης. Το μόνο που βλέπει παντού είναι σάρκα και ύλη. Στα δικά του μάτια ο Θεός δεν υπάρχει ποτέ και πουθενά. (πρβλ. Ψαλμ. 35: 2). ".
Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης

Ο έλεγχος της αμαρτίας κατά τον Μ. Φώτιο



«Καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε. ἔργα σκότους» είπε, ονομάζοντας γενικά κάθε αμαρτία.
Και γιατί, θα πεις, δεν ανέφερε κάθε μια από αυτές τις πράξεις με το όνομά της;
Επειδή και μόνο με το να τις αναφέρει γεμίζει από αισχρότητα ακόμα κι αυτός 
που τις απαριθμεί. 
Αλλά έτσι (να) «ἐλέγχετε» λέει, αντιπαραθέτοντας τον δικόσας βίο. Γιατί δεν λέω τίποτα όταν ελέγχω αυτούς απαριθμώντας τις πράξεις 
τους και ντροπιάζοντάς τους – επειδή γνωρίζω ότι οι μεγάλοι κι ενάρετοι 
θεωρούν ως αισχρότητα και την μνημόνευση αυτών – γιατί, λέγω, πολύ 
περισσότερο θα ελεγχθούν όταν λάμψουν οι αρετές μέσα από τα έργα μας, παρά εάν κάποιος με τα λόγια τούς ανακάλυπτε. 
Αλλά όλα τα έργα αυτών ελέγχονται
πολύ περισσότερο από το φως του δικού μας βίου και αποκαλύπτονται και
φανερώνονται, και όταν φανερωθούν φωτίζονται και μεταβαίνουν και 
μεταποιούνται προς το καλύτερο, διότι η φανέρωση των κρυφών (αμαρτημάτων)
μέσα από την ενάρετη πολιτεία, προτρέπει σε επίγνωση, και η επίγνωση με τη σειρά της γίνεται αρχή επιστροφής, κι αυτή πάλι καταλήγει στην εργασία της αρετής, η οποία είναι «φῶς», και πρόξενος εκείνου του φωτός (που αναφέραμε). Και πάλι (είναι) φως, επειδή αφού πρώτα τυφλώσει τα δικά μας πάθη, καταφωτίζει το ηγεμονικό και το κάνει να βλέπει την ασχημοσύνη και την αισχρότητα και την ασχήμια της αμαρτίας. 

Και η φράση «πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστιν» ερμηνεύεται ή όπως ήδη έχουμε πει (δηλαδή φωτίζοντας τον μέσα μας κόσμο), ή προπαρασκευαστικά της δυνατότητας που έχουν οι τέλειοι να ελέγχουν με τον βίο τους την πολιτεία των κακών. Γιατί φανερώνεται, λέει, ο βίος του σπουδαίου, και όταν φανερώνεται είναι φως, κι όταν λάμπει το φως τότε το σκοτάδι ελέγχεται, το οποίο είναι ο βίος των κακών. «Μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε», ή έτσι (ερμηνεύεται): ελέγχετε εσείς με τον λαμπρό και ενάρετο βίο σας και μη περιμένετε εκείνοι να αναγγέλλουν τους εαυτούς τους και να διακωμωδούν τα δικά τους και να προβάλλουν αυτά, κι έτσι να βελτιώνονται. Γιατί ακόμα κι αν πράττουν αθέμιτα, ωστόσο γνωρίζοντας από την έμφυτη γνώση την αισχρότητά τους ντροπιάζονται, κι αν ακόμα επιβάλλεται να ανακαλύψουν την ασχημοσύνη τους.

«Πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον» ότι, λέει, εκείνο που φανερώνεται και αποκαλύπτεται γίνεται φως, το φανερώνει και η χρήση (των εξής): γιατί «ἔγειρε», λέει, «ὁ καθεύδων», δηλαδή ανασηκώσου από την κατάκλιση και το παρακάθισμα στα πάθη, «καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν», άσε αυτά νεκρά και αισχρά καθώς είναι να φανερωθούν, και όταν γίνουν αυτά «ἐπιφαύσει σοι» τότε και θα σε φωτίσει και θα σε πλημμυρίσει φως ο «Χριστός», κι επομένως αυτό που φανερώνεται γίνεται φως και φωτίζεται.
Αγίου Φωτίου, ερμηνεία στην προς Εφεσίους Επιστολή
(απόδοση στη Νεοελληνική: π. Χερουβείμ Βελέτζας)
Κείμενο
<Καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε. ἔργα σκότους> εἶπε γενικῶς ὀνομάσας πᾶσαν ἁμαρτίαν. διὰ τί δέ, φησίν, οὐκ ἐπεξῆλθον ἑκάστην αὐτῶν ὀνομαστὶ πρᾶξιν; ὅτι καὶ ἐν αὐτῷ τῷ λέγειν αὐτὰς αἰσχρότητος πληροῦται καὶ ὁ ἐπεξιὼν αὐτάς. Ἢ οὕτως· <ἐλέγχετε,> φησί, τῇ παραθέσει τοῦ οἰκείου βίου. οὐδὲ γὰρ λέγω ἐλέγχειν αὐτοὺς τὰς πράξεις αὐτῶν ἐπεξιόντας αὐτοῖς καὶ ὀνειδίζοντας – οἶδα γὰρ ὅτι τοῖς σπουδαίοις καὶ τὸ ὅλως μνημονεύειν αὐτῶν αἰσχρότης νομίζεται – οὐδὲν γὰρ ἔλαττον, φησί, τῶν ὑμετέρων ἔργων ταῖς ἀρεταῖς ἀστραπτόντων ἐλεγχθήσονται ἢ εἰ διὰ λόγων τις αὐτοὺς ἀνεκάλυπτεν. ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἅπαντα τὰ ἔργα αὐτῶν διὰ τοῦ φωτὸς τοῦ ὑμετέρου βίου ἐλέγχεται καὶ ἀποκαλύπτεται καὶ φανεροῦται, φανερούμενα δὲ φωτίζεται καὶ εἰς τὸ ἄμεινον μετάγεται καὶ μεταποιεῖται· ἡ γὰρ τῶν κρυφίων διὰ τῆς ἐναρέτου πολιτείας φανέρωσις εἰς κατάγνωσιν προτρέπεται, ἡ δὲ ἀρχὴ γίνεται ἐπιστροφῆς. αὕτη δὲ εἰς ἐργασίαν ἀρετῆς καταλήγει, ὅπερ ἐστὶ <φῶς,> ὡς πρόξενον τοῦ ἐκεῖθεν φωτός. καὶ φῶς πάλιν, ὅτι τυφλῶττον ἐν ἡμῖν πρότερον περὶ τὰ πάθη, αὕτη καταλάμψασα τὸ ἡγεμονικόν, ποιεῖ αὐτὸ καθορᾶν τὴν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ ἀσχημοσύνην καὶ αἰσχρότητα καὶ ἀμορφίαν. τὸ δὲ <πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστιν,> ἢ ὡς εἴρηται ληπτέον, ἢ κατασκευαστικὸν τοῦ δύνασθαι ἐλέγχειν τοὺς σπουδαίους διὰ τοῦ οἰκείου βίου τὴν τῶν φαύλων πολιτείαν. φανεροῦται μὲν γὰρ ὁ τοῦ σπουδαίου βίος, φησίν, φανερούμενος δὲ φῶς ἐστιν, φωτὸς δὲ λάμποντος τὸ σκότος ἐλέγχεται, ὅπερ ἐστὶν ὁ τῶν φαύλων βίος. <Μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε.> ἢ οὕτως· ἐλέγχετε αὐτοὶ διὰ τοῦ ὑμετέρου λαμπροῦ καὶ σπουδαίου βίου, καὶ μὴ ἀναμένετε ἐκείνους ἑαυτοὺς προσαγγέλλειν καὶ κωμῳδεῖν τὰ οἰκεῖα καὶ εἰς μέσον ἄγειν καὶ οὕτω βελτιοῦσθαι. εἰ γὰρ καὶ πράττουσιν ἃ μὴ θέμις, ἀλλ' οὖν ὑπὸ τῆς ἐμφύτου γνώσεως εἰδότες αὐτῶν τὴν αἰσχρότητα αἰσχύνονται, καίτοι δέον ἀνακαλύπτειν τὴν αἰσχημοσύνην ἑαυτῶν. <Πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον.> ὅτι, φησί, τὸ φανερούμενον καὶ ἀνακαλυπτόμενον φῶς γίνεται, μαρτυρεῖ καὶ ἡ χρῆσις· <ἔγειρε> γάρ, φησίν, <ὁ καθεύδων,> οἷον· διανάστηθι ἀπὸ τῆς πρὸς τὰ πάθη κατακλίσεως καὶ προσεδρείας. <καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν·> ἔασον αὐτὰ νεκρὰ καὶ αἰσχρὰ καθώς εἰσιν φανερωθῆναι. καὶ ἂν ταῦτα γένηται, <ἐπιφαύσει σοι> τότε καὶ φωτίσει καὶ καταυγάσει σε ὁ <Χριστός,> ὥστε τὸ φανερούμενον φῶς γίνεται καὶ φωτίζεται.